γαληνίζω

γᾰλην-ίζω,
A calm, still, esp. waves or winds, Hp.Vict.3.71, E.Fr.1079.
2 intr., become calm, prob. in Hp. Morb.Sacr.13; to be calm or tranquil, Alex.178.6, Ph.1.354;

τὸ γαληνίζον τῆς θαλάττης Arist.Pr.936a5

:—so in [voice] Med., Xenocr. ap. Orib.2.58.98.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαληνίζω — (AM γαληνίζω) [γαλήνη] γίνομαι γαλήνιος, ημερεύω …   Dictionary of Greek

  • αγαλήνιστος — η, ο [γαληνίζω] ο αγαλήνευτος* …   Dictionary of Greek

  • γαλήνισμα — το [γαληνίζω] το γαλήνεμα …   Dictionary of Greek

  • γαληνισμός — (I) ο το ιατρικό σύστημα τού Γαληνού, το οποίο βασίζεται στη θεωρία τών τεσσάρων χυμών, τών τριών βασικών ποιοτήτων και τών τριών πνευμάτων. (II) γαληνισμός, ο (Α) [γαληνίζω] η καταπράυνση, η καθησύχαση …   Dictionary of Greek

  • λαγανίζω — (Α λαγανίζω) [λάγανον] νεοελλ. καθαρίζω σιτάρι στο αλώνι με τη σκούπα αρχ. 1. τρώω πίτες, λάγανα 2. (εσφ. γρφ.) (για άνεμο) γαληνίζω, γαληνεύω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.